Με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, η συνεισφορά του Ελληνικού κινηματογράφου στην ανασύνθεση του πρόσφατου παρελθόντος αποτελεί σημαντικό σημείο αναφοράς για την καλλιέργεια της συλλογικής μνήμης. Τα κινήματα αντίστασης που διαμορφώθηκαν κατα την περίοδο εκείνη απο τα λαϊκά στρώματα, αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός σθεναρού συλλογικού αγώνα ενάντια στον φασισμό και τον ναζισμό. Οι αναπαραστάσεις της αντίστασης στον ναζισμό συμβάλλουν τόσο στην κατανόηση των γεγονότων του Β΄ Παγκόσμιο Πολέμου, όσο και στην εξέταση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το παρελθόν τους μετά την λήξη του.
Η κινηματογραφική απεικόνηση του έπους του 40 και της ηρωικής εθνικής αντίστασης συνδέθηκε σε σημαντικό βαθμό, με την παρακμή του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και την προπαγανδιστική αξιοποίηση της πολεμικής μνήμης από τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Απο την ήττα των Ναζί το 1945 μέχρι και την κατάρρευση της Χούντας το 1974 οι κινηματογραφικές διατυπώσεις των γεγονότων του 2ου Παγκοσμίου πολέμου ακολουθούσαν μία συμβατική και απλουστευτική αφηγηματική κατεύθυνση. Οι βασικές τους θεματικές επικεντρώνονταν στον ηρωισμό, τον έρωτα και την εικόνα ενός ενωμένου Ελληνικού Έθνους. Παρόμοιο μοτίβο εντοπίζεται στις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις του πολέμου και στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες, απο τις οποίες πέρασαν οι δυνάμεις της κατοχής. Οι συμβατικές αυτές προσεγγίσεις, λειτούργησαν αφενός ως μέσο συλλογικής αυτοδικαίωσης δημιουργώντας μια ηρωική εικόνα του έθνους, παράλληλα όμως περιορίσαν την αναγνώριση της παθητικότητας, της συνεργασίας με τον κατακτητή και των εσωτερικών διαιρέσεων που υπήρχαν στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τον καιρό της Χούντας, είναι η πλήρης αποσιώπηση της αντίστασης του ΕΑΜ, της δράσης των δωσίλογων στα χρόνια της κατοχής, της συνεργασίας των μαυραγοριτών και των Ελλήνων βιομηχάνων με τους Ναζί που πλούτισαν σε βάρος του Ελληνικού λαού καθώς επίσης και η προβολή της Αντίστασης ως αποτέλεσμα της γενναιότητας του στρατού.
Η δεκαετία του 1960 αποτέλεσε μια σημαντική, αν και σύντομη, περίοδο ανανέωσης στον τρόπο με τον οποίο ο ελληνικός κινηματογράφος απεικόνιζε τη γερμανική Κατοχή και την Αντίσταση. Στα μέσα της δεκαετίας, μέσα στο σχετικά πιο φιλελεύθερο πολιτικό κλίμα που συνδέθηκε με την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, ορισμένοι δημιουργοί επιχείρησαν να απομακρυνθούν από την καθιερωμένη ηρωική αφήγηση του πολέμου. Αντί να προβάλλουν αποκλειστικά τον πατριωτισμό, την αυτοθυσία και τα κατορθώματα των αντιστασιακών, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα προσωπικά διλήμματα, στα συναισθήματα, στις ηθικές αντιφάσεις και στις τραυματικές εμπειρίες των ανθρώπων που έζησαν την Κατοχή. Η στροφή αυτή εστίαζε στην κινηματογραφική αφήγηση καθαυτή, καθώς οι ταινίες αξιοποίησαν διαφορετικούς τρόπους δραματοποίησης των ιστορικών γεγονότων και έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην ανθρώπινη εμπειρία. Ενδεικτικά, τρείς ταινίες που αποκλίνουν απο την κυρίαρχη αφήγηση της εποχής είναι η Προδοσία (1964) του Κώστα Μανουσάκη, το Μπλόκο (1965) του Άδωνι Κύρου και το Με τη λάμψη στα μάτια (1966) του Πάνου Γλυκοφρύδη. Οι ταινίες αυτές αμφισβήτησαν, με διαφορετικούς τρόπους, την απλουστευτική εικόνα ενός ομοιογενούς και ομόφωνα ηρωικού έθνους, αναδεικνύοντας ζητήματα όπως η συνεργασία με τον κατακτητή, η εβραϊκή εμπειρία της Κατοχής και οι επώδυνες επιλογές των απλών ανθρώπων.

Η αναθεώρηση των κυρίαρχων αφηγήσεων του πολέμου συνεχίστηκε και σε μεταγενέστερες κινηματογραφικές δημιουργίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Θίασος (1975) του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, ο οποίος παρακολουθεί την πορεία ενός περιοδεύοντος θεατρικού θιάσου από το 1939 έως το 1952, συνδέοντας τις προσωπικές ιστορίες των μελών του με τις μεγάλες πολιτικές και ιστορικές αναταράξεις της περιόδου: τη δικτατορία του Μεταξά, τον πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο. Μέσα από μια μη γραμμική αφήγηση, η ταινία επιδιώκει να διερευνήσει τις πολιτικές συγκρούσεις και τις διαιρέσεις που διαμόρφωσαν τη νεότερη ελληνική ιστορία, αμφισβητώντας την ιδέα μιας ενιαίας και αδιαμφισβήτητης εθνικής μνήμης.

Αντίστοιχα, αρκετές δεκαετίες αργότερα, το Τελευταίο σημείωμα (2017) του Παντελή Βούλγαρη επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις πιο τραυματικές στιγμές της Κατοχής: την εκτέλεση των 200 κρατουμένων στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944. Με επίκεντρο τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, κρατούμενο και διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, η ταινία εστιάζει στα ηθικά διλήμματα, στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην αλληλεγγύη μπροστά στην επικείμενη εκτέλεση. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορική μνήμη δεν συγκροτείται αποκλειστικά μέσα από την ηρωική πράξη, αλλά και μέσα από τις προσωπικές επιλογές και το ανθρώπινο κόστος της αντίστασης.

