Έπειτα από μακρά περίοδο εργασιών, το Τέμενος Χαμζά Μπέη, γνωστό στους Θεσσαλονικείς ως Αλκαζάρ, αρχίζει να αποκαλύπτεται ξανά στο κέντρο της πόλης. Οι λαμαρίνες που κάλυπταν το μνημείο στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου απομακρύνονται σταδιακά, καθώς οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης μπαίνουν στην τελική τους φάση.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Υπουργείου Πολιτισμού, το μνημείο πρόκειται να αποκτήσει και νέα πολιτιστική λειτουργία, φιλοξενώντας περιοδικές εκθέσεις και ειδικές εκδηλώσεις. Η πρώτη έκθεση που προγραμματίζεται για τον χώρο θα είναι παραγωγή του MOMus και θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, άγνωστο φωτογραφικό υλικό από τη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα.
Το έργο συντήρησης και αποκατάστασης υλοποιήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, με χρηματοδότηση περίπου 11 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Μενδώνη: «Αποδίδεται στην πόλη ένα ακόμη εμβληματικό μνημείο»
Κατά την τελευταία αυτοψία της στο Αλκαζάρ, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη είχε εντάξει το συγκεκριμένο έργο στο ευρύτερο πρόγραμμα αποκατάστασης και ανάδειξης μνημείων διαφορετικών ιστορικών περιόδων της Θεσσαλονίκης.
«Η αποκατάστασή του θα αποδώσει στην πόλη ένα ακόμη εμβληματικό μνημείο», είχε αναφέρει, σημειώνοντας ότι το πρόγραμμα του υπουργείου περιλαμβάνει παράλληλα παρεμβάσεις σε σημαντικούς αρχαιολογικούς και ιστορικούς χώρους.
Μεταξύ αυτών είχε απαριθμήσει έργα στην Αχειροποίητο, τη Ροτόντα, την Αγία Σοφία, την Παναγία των Χαλκέων, την Αγία Αικατερίνη, τον Άγιο Νικόλαο Ορφανό και τον Προφήτη Ηλία, καθώς και στα τείχη της Θεσσαλονίκης.
Παρεμβάσεις υλοποιούνται επίσης στην Αρχαία Αγορά, στο Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη, στο Μπέη Χαμάμ και στο μνημειακό κτίριο του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης.
Η Λίνα Μενδώνη είχε συνδέσει τις επενδύσεις αυτές όχι μόνο με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και με την πολιτιστική λειτουργία και την οικονομική δραστηριότητα της πόλης.
Από τέμενος σε κινηματογράφο και τώρα πολιτιστικό χώρο
Το Χαμζά Μπέη αποτελεί τον παλαιότερο ισλαμικό ευκτήριο οίκο της Θεσσαλονίκης και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μνημεία της οθωμανικής περιόδου που σώζονται στο ιστορικό κέντρο.
Οικοδομήθηκε το 1467 από την κόρη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη. Στη διάρκεια των αιώνων το συγκρότημα επεκτάθηκε σε διαφορετικές φάσεις, ενώ πολύ αργότερα η περίστυλη αυλή του συνδέθηκε με μια εντελώς διαφορετική χρήση: εκεί λειτούργησε για δεκαετίες ο κινηματογράφος Αλκαζάρ, από τον οποίο προέκυψε και η ονομασία με την οποία το μνημείο παραμένει γνωστό στην πόλη.
Από το 1926 προστατεύεται ως ιστορικό και αρχαιολογικό μνημείο.
Αρχιτεκτονικά, ο πυρήνας του συγκροτήματος περιλαμβάνει την τετράγωνη αίθουσα προσευχής, με εσωτερικές διαστάσεις 11,54 επί 11,54 μέτρα και μέγιστο ύψος 17 μέτρα. Η αίθουσα στεγάζεται με ημισφαιρικό μολυβδοσκέπαστο θόλο, ενώ το κτίσμα αναπτύχθηκε σταδιακά με περίστωο και αίθριο.
Οι τρεις βασικές ενότητες του μνημείου —αίθουσα προσευχής, περίστωο και αίθριο— αντιστοιχούν σε διαφορετικές περιόδους κατασκευής και αποτυπώνουν τη μακρά ιστορία του κτιρίου.
Με την απομάκρυνση των εργοταξιακών καλύψεων, ένα μνημείο που για χρόνια παρέμενε εν πολλοίς κρυμμένο πίσω από λαμαρίνες επανέρχεται σταδιακά στην εικόνα της Εγνατίας. Το επόμενο βήμα είναι η ολοκλήρωση των εργασιών και η απόδοσή του στο κοινό, με τη νέα χρήση του να προσανατολίζεται σε εκθέσεις και πολιτιστικές δράσεις.
