Μικρά σχέδια πάνω σε χαρτιά, φτιαγμένα σχεδόν μηχανικά την ώρα ενός τηλεφωνήματος, ενός ταξιδιού ή μιας στιγμής έντασης, αποτέλεσαν το υλικό για μια ασυνήθιστη εικαστική συνεργασία δύο παιδικών φίλων από την Έδεσσα. Η Μαρία Κοσσίνη και η Σοφία Βαβούρη παρουσιάζουν στις Βιτρίνες Τέχνης του ΟΤΕ, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, την έκθεση «Παράλληλοι Χρόνοι», μεταφέροντας στον εκθεσιακό χώρο σχέδια που αρχικά δεν είχαν δημιουργηθεί με καλλιτεχνική πρόθεση.
Οι δύο γυναίκες ακολούθησαν διαφορετικές επαγγελματικές πορείες. Η Μαρία Κοσσίνη δραστηριοποιείται ως εικαστικός, ενώ η Σοφία Βαβούρη υπηρέτησε επί χρόνια ως δασάρχης στο Δημόσιο. Αυτό που ανακάλυψαν ότι μοιράζονταν ήταν μια επίμονη συνήθεια: να γεμίζουν μικρά χαρτιά με γραμμές, σύμβολα και σχήματα χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό.
Για την Κοσσίνη, τα σχέδια εμφανίζονταν σε καθημερινές στιγμές, όταν το χέρι λειτουργούσε χωρίς συνειδητή πρόθεση δημιουργίας. Για τη Βαβούρη είχαν περισσότερο χαρακτήρα αποφόρτισης από μια απαιτητική επαγγελματική καθημερινότητα.
«Ήταν ουσιαστικά η βαλβίδα αποσυμπίεσής μου», αναφέρει η Σοφία Βαβούρη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, περιγράφοντας τα μικρά σκίτσα που δημιουργούσε όσο βρισκόταν σε θέση ευθύνης. Πολλά από αυτά τα φύλαξε επί χρόνια, χωρίς να θεωρεί ότι θα αποτελούσαν κάποτε μέρος μιας έκθεσης.
Η ιδέα γεννήθηκε σε μια πτήση
Η αφετηρία για τους «Παράλληλους Χρόνους» προέκυψε τυχαία. Οι δύο φίλες ταξίδευαν μαζί με αεροπλάνο και, καθώς συζητούσαν, συνειδητοποίησαν ότι όχι μόνο σχεδίαζαν με τον ίδιο αυθόρμητο τρόπο, αλλά στα σκίτσα τους εμφανίζονταν και παρόμοια σύμβολα και μορφές.
Από εκεί προέκυψε η ιδέα να συγκεντρώσουν το υλικό που είχαν δημιουργήσει ξεχωριστά και να επιχειρήσουν μια κοινή επεξεργασία του.
«Αποφασίσαμε να δείξουμε τις αυτόματες ζωγραφιές μας, δηλαδή την εικόνα του ασυνείδητου της καθεμίας, δίνοντάς τους όμως μια συνειδητή έκφραση τέχνης», εξηγεί η Μαρία Κοσσίνη.
Η μετατροπή των σκίτσων σε εκθεσιακό υλικό δεν έγινε με απλή μεγέθυνση ή αναπαραγωγή τους. Τα αρχικά έργα κόπηκαν, αποδομήθηκαν και επανασυντέθηκαν σε χάρτινους κύβους και κολάζ, δημιουργώντας μια τρισδιάστατη εκδοχή του υλικού.
Ο κύβος χρησιμοποιείται από τις δημιουργούς ως σύμβολο της λογικής, πάνω στον οποίο τοποθετείται και οργανώνεται το αυθόρμητο, ασυνείδητο σχέδιο.
Ξεχωριστά έργα και κοινές συνθέσεις
Η έκθεση στις Βιτρίνες Τέχνης του ΟΤΕ ακολουθεί αυτή ακριβώς τη λογική της παράλληλης αλλά και κοινής πορείας.
Ξεχωριστά σχέδια των δύο δημιουργών παρουσιάζονται εναλλάξ πάνω σε μαύρες επιφάνειες, ενώ μικρότερα κουτιά φιλοξενούν πρωτότυπα έργα της καθεμίας. Στη μεσαία βιτρίνα συγκεντρώνονται οι κοινές δημιουργίες τους και τα λεγόμενα «ολογράμματα», όπου τα δύο διαφορετικά εικαστικά λεξιλόγια ενώνονται σε μία σύνθεση.
Κατά την επεξεργασία του παλαιού υλικού, η Σοφία Βαβούρη επέστρεψε στα σχέδιά της και άρχισε να τα αντιμετωπίζει διαφορετικά, προσθέτοντας χρώμα ή ολοκληρώνοντας γραμμές που είχαν μείνει ανοιχτές. Όπως περιγράφει, η διαδικασία αυτή της αποκάλυψε μια δημιουργική πλευρά που μέχρι τότε δεν είχε αντιμετωπίσει ως καλλιτεχνική δραστηριότητα.
Για τη Μαρία Κοσσίνη, αντίθετα, τα αυθόρμητα σκίτσα άρχισαν να εντάσσονται σταδιακά στη συνολικότερη εικαστική της δουλειά, ως ένας τρόπος να προσεγγίζει υλικό που προκύπτει πριν από τη συνειδητή επεξεργασία.
Μια έκθεση και για τη σχέση δύο ανθρώπων
Πέρα από την τεχνική και εικαστική διάσταση, οι «Παράλληλοι Χρόνοι» λειτουργούν και ως καταγραφή της σχέσης δύο ανθρώπων που γνωρίζονται από παιδιά, αλλά ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές.
Η κοινή δουλειά βασίζεται ακριβώς στην ένωση αυτών των διαφορών. «Αυτή η σύμπραξη έβγαλε πάρα πολύ την έννοια της συνεργασίας, της φιλίας και το ότι πρέπει να δίνουμε στον άλλον κομμάτι του εαυτού μας», σημειώνει η Μαρία Κοσσίνη.
Στο συνοδευτικό κείμενο της έκθεσης, η συγγραφέας Νίκη Γκίζη επισημαίνει ότι στα έργα συνυπάρχουν «το ταλέντο και η γνώση, ο αυθορμητισμός και η απελευθέρωση, η αντίθεση και η σύζευξη», με τα δύο προσωπικά σύνολα να καταλήγουν σε μια κοινή εικόνα.
Την επιμέλεια των Βιτρινών Τέχνης του ΟΤΕ έχει ο Γιάννης Αργυριάδης. Η έκθεση παρουσιάζει τελικά όχι μόνο το αποτέλεσμα μιας καλλιτεχνικής συνεργασίας, αλλά και τη διαδρομή καθημερινών, σχεδόν ασήμαντων αρχικά σχεδίων που απέκτησαν νέο νόημα όταν οι δύο δημιουργοί αποφάσισαν να τα κοιτάξουν ξανά – αυτή τη φορά μαζί.
