Την κάλυψη όλων των επιλέξιμων επενδυτικών προτάσεων για την κατασκευή και τον εκσυγχρονισμό θερμοκηπίων ανακοίνωσε από τη Θεσσαλονίκη ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, στην πρόσκληση του ΥΠΑΑΤ κατατέθηκαν 944 επενδυτικά σχέδια, με αιτήματα δημόσιας δαπάνης που φτάνουν τα 270 εκατ. ευρώ, έναντι αρχικού προϋπολογισμού 150 εκατ. ευρώ.
Η ανακοίνωση έγινε σε εκδήλωση που συνδιοργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη η Αμερικανική Γεωργική Σχολή και η Cisco, με θέμα «Έξυπνα Θερμοκήπια: Τεχνολογία, Εκπαίδευση και Μελέτη Αξιολόγησής τους». Ο υπουργός ανέφερε ότι οι αιτήσεις βρίσκονται στο τελικό στάδιο αξιολόγησης και ότι οι πρώτοι πίνακες αποτελεσμάτων αναμένεται να αναρτηθούν έως το τέλος Οκτωβρίου.
Με βάση τον σχεδιασμό που παρουσιάστηκε, το συνολικό ύψος δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, αναμένεται να προσεγγίσει τα 500 εκατ. ευρώ. Οι παρεμβάσεις εκτιμάται ότι θα δημιουργήσουν προϋποθέσεις για περίπου 10.000 στρέμματα νέων ή εκσυγχρονισμένων θερμοκηπιακών εγκαταστάσεων σε όλη τη χώρα.
Συγκεκριμένα, προβλέπονται περίπου 3.100 στρέμματα νέων σύγχρονων θερμοκηπίων, 4.300 στρέμματα νέων εγκαταστάσεων παραδοσιακού τύπου, δηλαδή τούνελ, καθώς και ο εκσυγχρονισμός περίπου 2.500 στρεμμάτων υφιστάμενων μονάδων. Για την Κεντρική Μακεδονία, καταγράφηκαν 117 επενδυτικές προτάσεις, αριθμός που την κατατάσσει στη δεύτερη θέση πανελλαδικά, πίσω από την Κρήτη και τη Δυτική Ελλάδα.
Στην τοποθέτησή του, ο κ. Σχοινάς συνέδεσε την ανάπτυξη των θερμοκηπίων με τη μετάβαση της γεωργίας σε πιο ψηφιακά και τεχνολογικά εργαλεία. Όπως είπε, η εμπειρία των προηγούμενων γενεών παραμένει σημαντική, αλλά πλέον συμπληρώνεται από δεδομένα, αισθητήρες, δορυφορικές πληροφορίες και εφαρμογές που μπορούν να βοηθήσουν τον παραγωγό στη λήψη αποφάσεων.
Ο υπουργός υποστήριξε ότι η καινοτομία δεν αφορά μόνο μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά συνδέεται με τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του πρωτογενούς τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις πιέσεις που δημιουργούν η κλιματική κρίση, το κόστος παραγωγής, οι φυσικοί πόροι και ο διεθνής ανταγωνισμός.
Βασικός στόχος, σύμφωνα με όσα ανέφερε, είναι η αύξηση της παραγωγής σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους παραγωγής. Ο ίδιος έκανε αναφορά σε σύγχρονες υδροπονικές μονάδες και στη δυνατότητα ορισμένων θερμοκηπιακών επιχειρήσεων να ενισχύουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές, μέσω χαμηλότερου κόστους και προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Στην εκδήλωση έγινε αναφορά και στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική. Ο κ. Σχοινάς γνωστοποίησε ότι στις 4 Σεπτεμβρίου, λίγο πριν από τα εγκαίνια της ΔΕΘ, η Αμερικανική Γεωργική Σχολή θα φιλοξενήσει την τρίτη περιφερειακή εκδήλωση του εθνικού διαλόγου για τη νέα ΚΑΠ, που αφορά την Κεντρική Μακεδονία. Όπως εκτίμησε, η νέα ΚΑΠ θα δώσει μεγαλύτερο βάρος στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην καινοτομία και στην προσέλκυση νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για τα έξυπνα θερμοκήπια της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής. Σύμφωνα με την παρουσίαση, τα νέα θερμοκήπια έχουν εξοπλιστεί με αισθητήρες, δίκτυα Wi-Fi, LoRaWAN και 5G, καθώς και πλατφόρμα αυτοματισμών για άρδευση, αερισμό και σκίαση. Στόχος είναι η καλύτερη διαχείριση πόρων, η μείωση του κόστους και η βελτίωση της παραγωγής.
Τα πρώτα αποτελέσματα του πιλοτικού έργου, όπως παρουσιάστηκαν από τον επικεφαλής του Innovation Hub της ΑΓΣ, δρ. Ηλία Κάλφα, δείχνουν εξοικονόμηση νερού έως 75%, αντίστοιχη μείωση ενέργειας και λιπασμάτων, καλύτερη ποιότητα φυτών και αυξημένη παραγωγή σε καλλιέργειες μαρουλιού, ντομάτας και πιπεριάς. Την ίδια ώρα, επισημάνθηκε ότι βασικές προκλήσεις για την ευρύτερη εφαρμογή τέτοιων συστημάτων παραμένουν η εκπαίδευση του προσωπικού και το αρχικό κόστος εγκατάστασης.
Η συζήτηση στη Θεσσαλονίκη ανέδειξε ότι οι θερμοκηπιακές επενδύσεις συνδέονται πλέον όχι μόνο με την αύξηση της παραγωγής, αλλά και με ζητήματα τεχνολογίας, νερού, ενέργειας, εκπαίδευσης και ανανέωσης του αγροτικού πληθυσμού. Το κρίσιμο επόμενο βήμα θα είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης των αιτήσεων και η υλοποίηση των επενδύσεων με τρόπο που να αποτυπωθεί στην πράξη για τους παραγωγούς και τις αγροτικές περιοχές.
